Στο προηγούμενο φύλλο μας, είχαμε αναφερθεί στη ζωή των τσοπάνηδων της παλαιότερης εποχής. Σήμερα θα μιλήσουμε για τα σκεύη τους και τον τρόπο παρασκευής των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Τα σκεύη των τσοπάνηδων δεν είναι πολλά. Μικρά καθώς είναι τα περισσότερα, μπορούν να μεταφέρονται εύκολα στις συχνές μετακινήσεις τους. Αναφέρουμε τα σπουδαιότερα.
Καρδάρες: Είναι συνήθως δύο, ξύλινες και κάπως φαρδιές, ζωσμένες με λαμαρινένια στεφάνια και ημικυκλικό σιδερένιο χερούλι. Τις χρησιμοποιούν για να πιάνουν το γάλα στο άρμεγμα.
Βεδούρες: Ξύλινες κι αυτές, σαν την καρδάρα περίπου, που σ' αυτές πήζουν και το γιαούρτι μερικές φορές.
Τρίφτης: Ξύλινο, μακρύ και λίγο πλακερό ξύλο, με χέρι απ' το ίδιο, γυριστό σαν ραβδί. Ανακατεύουν μ' αυτό το γάλα όταν βράζει.
Καδί: Ξύλινο, πολύ στενό και ψηλό σκεύος που ρίχνουν το γάλα για να το χτυπήσουν με τον κόφτη προκειμένου να βγει το βούτυρο.
Κόφτης: Μακρύ ξύλο που στο κάτω μέρος έχει ξύλινο τρυπητό δίσκο που χτυπάει το γάλα.
Τσαντίλες: Μάλλινα υφάσματα, φτιαγμένα κατάλληλα για να στραγγίζουν το τυρί τη μυζήθρα και το ξυνοτύρι. Επίσης για να στραγγίζουν το γιαούρτι προκειμένου να γίνει πιο πηχτό (γιαούρτη τσαντίλας). Σήμερα τα τσαντίλια είναι συνήθως βαμβακερά.
Κούτλας: Ξύλινο κατσαρόλι με μακρύ χέρι στα πλάγια, που το χρησιμοποιούσαν για να μετρούν το γάλα και να πίνουν νερό.
Κεψές: Μεταλλικό τρυπητό, με μακρύ χέρι για να βγάζουν τη μυζήθρα από το κακάβι που βράζει το τυρόγαλο.
Κακάβι, τέντζερης, μπακράκι: Χάλκινα δοχεία διαφόρων μεγεθών, που τα χρησιμοποιούσαν για το βράσιμο του γάλατος κ.λ.π.
Κάδες: Ξύλινα δοχεία με κινούμενο σκέπασμα για να βάζουν το τυρί.
Δερμάτια: Τουλούμια που έβαζαν το τυρί και το ξυνοτύρι από κατσικίσιο δέρμα.
Βιτσέλα: Μικρά ξύλινα δοχεία, σαν μικροσκοπικά βαρελάκια με χερούλι από σκοινί για να κρεμιέται στο ζώο ή στα δέντρα. Σ' αυτό έβαζαν νερό για να πίνουν τις ατέλειωτες ώρες που βοσκούσαν τα πρόβατα.
Γκλίτσα: Απαραίτητη, κυρίως για τους προβαταραίους. Την είχαν για να ξεκουράζονται και να πιάνουν τα πρόβατα απ' το πόδι. Είναι συνήθως σκαλιστή.
Ραβδί: Απαραίτητο για τους γιδαραίους. Πολύ μακρύ, ξεπερνάει το ύψος του ανθρώπου και στην άκρη του δημιουργεί καμπύλη από το ίδιο ξύλο. Μ' αυτό πιάνουν τα γίδια απ' το λαιμό ή το πόδι όταν προσπαθούν να απομακρυνθούν.
- Τόσο σ' αυτό, όσο και στη γκλίτσα, στηρίζονται οι τσοπάνηδες, πηδώντας τους βράχους και τα πουρνάρια, το περνούν στο σβέρκο και κρεμούν στις άκρες του τα χέρια τους, όταν βαδίζουν στα ισάδια ή γέρνουν και στηρίζουν το σώμα τους ακουμπώντας στο ραβδί ή στη γκλίτσα κάτω απ' τη μασχάλη τους, όταν αγναντεύουν το κοπάδι τους που βοσκάει.
Απαραίτητα στο μαντρί, όταν υπήρχαν νεογέννητα ήταν η μελούτη και το κουβέλι για να κοιμούνται να βρέφη, ενώ στη μελούτη έβαζαν το παιδί όταν η μητέρα έπρεπε να βγει έξω από το μαντρί για διάφορες δουλειές, για να μπορεί να το κουβαλάει στους ώμους της.
Αλλα αντικείμενα ήταν τα ταγάρια, και περιστασιακά τα ειδικά λανάρια με τα οποία ξεχώριζαν και λανάριζαν το μαλλί εκείνο με το οποίο γινόταν το στημόνι για τη κατασκευή της πατατούκας, το τράγιο (τράιου),που ήταν κλινοστρωμνή από τραγίσιο μαλλί, σκληρό, βαρύ και πολύ ανθεκτικό κ.α.
- Κυριότερος εχθρός των προβάτων στην περιοχή μας, μιας και δεν υπήρχαν τσακάλια και λύκοι, ήταν τα όρνια, τα οποία παραμόνευαν και ορμούσαν στα πρόβατα που έβρισκαν μόνα τους
Η παρασκευή των γαλακτοκομικών προϊόντων
Βούτυρο: Πρώτα σουρώνουν το γάλα με ένα πανί για να φύγουν οι διάφορες ακαθαρσίες, τρίχες κ.λ.π. που πιθανόν να έπεσαν μέσα στο γάλα. Το βάζουν στο κακάβι και του ρίχνουν τη μαγιά. Τότε το γάλα αρχίζει να γίνεται πιο πηχτό και στη συνέχεια το ρίχνουνε στο καδί και αρχίζουν να το χτυπάνε με τον κόφτη, περίπου 500 χτυπήματα συνεχώς και με δύναμη. Όταν αρχίζουν να γίνονται τα πρώτα «χουρμπούλια» σταματάει λίγο το χτύπημα, ρίχνουν λίγο νερό και ξαναρχίζουν. Αυτό γίνεται αρκετές φορές και όταν σχηματιστεί το βούτυρο υπολογίζεται ότι πρέπει να έχει χτυπηθεί πάνω από 1.000 φορές. Το βούτυρο μένει από πάνω και όταν το μαζεύουμε μένει από κάτω το ξινόγαλο.
Εδώ πρέπει να πούμε ότι στους περισσότερους κτηνοτρόφους οι ποσότητες γάλατος δεν ήταν μεγάλες και έτσι υπήρχε ένα διάστημα 10-15 ημερών που έβγαζαν μόνο βούτυρο και άλλα διαστήματα που έβγαζαν το τυρί. Όταν λοιπόν ήταν η περίοδος που έπρεπε να βγάλουν βούτυρο, έβαζαν την πρώτη μέρα μαγιά από γιαούρτι (περίπου ένας κεσές). Όταν το γάλα έπηζε λίγο όπως είπαμε προηγουμένως μάζευαν λίγο και το χρησιμοποιούσαν για μαγιά την επόμενη μέρα.
Ξινοτύρι: Το ξινόγαλο που έμενε μετά την παρασκευή του βουτύρου, το έβαζαν στο καζάνι και του έβαζαν φωτιά, όχι για να βράσει, αλλά να ζεσταθεί καλά και το ανακάτευαν. Όταν αρχίζει να ξεχωρίζει το ξινοτύρι, το μαζεύουνε με τον κεψέ και το βάζουν σε τσαντίλια για να στραγγίσει. Το δε υπόλοιπο υγρό που μένει (ο καψάς) το χύνουν ή πίνουν και τα ζώα μερικές φορές.., κυρίως τα γουρούνια.
Τυρί: Πρώτα σούρωναν το γάλα και το έριχναν στο καζάνι (κακάβι). Το γάλα έπρεπε να είναι λίγο χλιαρό. Έριχναν μέσα την πυτιά η οποία ήταν ένζυμο από το στομάχι κατσικιού ή αρνιού γάλακτος. Σε μία περίπου ώρα έχει πήξει και τότε το ρίχνουν στα τσαντίλια για να στραγγίσει. Τα υγρά που πέφτουν από το στράγγισμα είναι το τυρόγαλο (τρόγαλο)
Μυζήθρα: Το «τρόγαλο» το βάζουμε στο καζάνι και το βράζουμε. Κατά τη διάρκεια δε του βρασίματος δημιουργούνται πήγματα τα οποία τα μαζεύουν με τον κεψέ και τα βάζουν σε τσαντίλια για να στραγγίσουν και αφού φύγουν τα υγρά (καψάς) μένει η μυζήθρα.
Γιαούρτι: Για να γίνει το γιαούρτι, πρώτα έπρεπε να βράσει το γάλα. Ύστερα το αφήνουν να κρυώσει, αλλά όχι πολύ. Επειδή τότε δεν είχαν θερμόμετρα για να υπολογίσουν τη θερμοκρασία, έβαζαν το δάχτυλο μέσα στο γάλα και μετρούσαν. Αν το δάχτυλο άντεχε μέσα στο γάλα μέχρι να μετρήσουν έως το 25 ή 30 τότε το γάλα ήταν έτοιμο για πήξιμο. Για το κατσικίσιο γάλα θα έπρεπε να ήταν λίγο πιο ζεστό, δηλαδή το δάχτυλο να άντεχε να παραμείνει μέσα στο γάλα μέχρι να μετρήσουν έως 20 ή 25. Μετά έριχναν μέσα τη μαγιά, το τοποθετούσαν σε διάφορα δοχεία, το σκέπαζαν για να διατηρεί μια συγκεκριμένη θερμοκρασία και σε λίγες ώρες το γιαούρτι ήταν έτοιμο.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 19 Μαΐου 2008
Τρίτη 29 Απριλίου 2008
τσοπάνηδες
Απρίλιος 2008
Όσοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία λέγονται τσοπάνηδες. Με το ίδιο όμως όνομα λένε και τον ψυχογιό που τυχόν έχουν για να φυλάει τα πρόβατα ή τα γίδια. Αν αυτός είναι σε πολύ νεαρή ηλικία τον λένε και τσοπανόπουλο.
Μερικοί κτηνοτρόφοι που έχουν λίγα πρόβατα ή γίδια τα δίνουν «μισακά» σε άλλους τσοπαναίους.
Αυτός που φιλοξενεί τα πρόβατα λέγεται μισακάρης και αυτός που τα έχει δώσει για φύλαξη λέγεται αφεντικό. Από τα πρόβατα ή γίδια που φιλοξενεί ο μισακάρης, πρέπει να δώσει το μισό γάλα, μαλλί, νεογέννητα αρνιά ή κατσίκια στο αφεντικό, ενώ συνυπολογίζει και κρατάει τα ανάλογα έξοδα που έχει κάνει για τη διατροφή τους.
Υπάρχει όμως και η συμφωνία με τα λεγόμενα «κεφαλιακά». Σ' αυτή την περίπτωση, ο μισακάρης δίνει στ' αφεντικό, καθορισμένες ποσότητες γάλα, τυρί, αυγά και μαλλιά κάθε χρόνο, ανάλογα με τον αριθμό καφαλιακών προβάτων ή γιδιών και στο τέλος του συμβολαίου είναι υποχρεωμένος να παραδώσει όσα κεφάλια (ζώα) είχε πάρει στην αρχή και της ίδιας περίπου ηλικίας (πρέπει δηλαδή να κρατάει μικρά για ανανέωση κατά τη διάρκεια της κολιγιάς).
Μεγάλοι τσελιγκάδες ελάχιστοι υπήρξαν στο χωριό μας, οι πιο μεγάλοι έφταναν τα 500 με 600 ζώα και μερικοί ελάχιστα παραπάνω.
Όσοι έτρεφαν γίδια λέγονταν γιδαραίοι ή γιδάρηδες και όσοι είχαν πρόβατα προβαταραίοι.
Οι μισές περίπου οικογένειες του χωριού ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και πολλοί απ' αυτούς και με τη γεωργία, αν τα ζώα που έτρεφαν ήταν λίγα και μπορούσαν να εξοικονομήσουν χρόνο.
Η ζωή τους ήταν πάρα πολύ σκληρή. Το χειμώνα οι περισσότεροι κατέβαιναν στα χειμαδιά και ζούσαν εκεί οικογενειακώς. Τα χειμαδιά που κατέφευγαν οι Στενιώτες ήταν στην Παναγίτσα, στον Βατώντα, στο Πέι, στη Ριτσώνα και στα αρβανιτοχώρια.
Όσοι δεν πήγαιναν στα χειμαδιά ξεχειμώνιαζαν κυρίως στον Πύργο (Σκουντέρι)
Η απομάκρυνση τους απ' το χωριό τους επιβάλει ζωή χωρίς καθόλου ανέσεις. Στην εποχή που τα ζώα γεννούν, τότε υποφέρουν κυριολεκτικά, γιατί δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το κοπάδι τους ακόμα και τη νύχτα. Η ζωή τους είναι λιτή, τα φαγητά τους περιορισμένα. Τα ρούχα τους χοντρά (κάπες, καπότια, πατατούκες, μάλλινα χοντρά παντελόνια και τα παπούτσια τους βαριά με πολλές πρόκες καρφωμένες στο κάτω μέρος της σόλας (προκιασμένα).
Κάθε στάνη χωρίζεται σε πολλά κομμάτια. Έτσι στα γίδια έχουμε στέρφα, γαλάρια, βιτούλια και κατσίκια, ενώ στα πρόβατα έχουμε στέρφα, γαλάρια, ζυγούρια και αρνιά. Γι' αυτό χρειάζονται πολλοί άνθρωποι για να τα «γυρίζουν». Παίρνουν μέρος σ' αυτή τη δουλειά ακόμα και τα παιδιά. Αλά και οι γυναίκες έχουν πολλές δουλειές πέρα απ' το νοικοκυριό τους. Πρέπει να καθαρίσουν το μαντρί και να φέρουν κλαρί (τρυφερούς βλαστούς) για τροφή του κοπαδιού το βράδυ.
Λιβάδια στην περιοχή του χωριού δεν υπάρχουν. Τέλος Απριλίου με αρχές Μαΐου που έρχονται τα πρόβατα από τα χειμαδιά ανεβαίνουν στο βουνό, στις Αλαταρές και στην ευρύτερη περιοχή τους (λειρί, λιβαδάκια κ.λ.π).. Όταν μαζεύουν το βίκο και τη φάβα κατεβαίνουν κάποιοι στα θερισμένα χωράφια και μετά από καμιά εικοσαριά μέρες που θερίζουν και το σιτάρι και αργότερα τα ρεβίθια τα ζώα βοσκούν ελεύθερα στις καλαμιές.
Σε μερικά σημεία όμως «αμποδάνε» (απαγορεύουν τη βοσκή) σε άσπαρτες περιοχές, οπότε πρέπει να τα νοικιάσει ο τσοπάνης, δίνοντας στον ιδιοκτήτη του χωραφιού σαν ενοίκιο, χρήματα ή συνήθως τυρί ή μαλλί.
Η περιοχή που απαγορευόταν η ελεύθερη βοσκή στη Στενή ήταν στην περιοχή του Πύργου (Παλιοχώρι), από το ποτάμι μέχρι Βαθερή, Μπαχούνες κλ.π. Τροφή για τα ζώα τους, εκτός απ' τη βοσκή, προμηθεύονται βαμβακόπιτα και καλαμπόκι απ' το εμπόριο και μερικοί από το γαλατά τους, που τους δίνει με πίστωση και παίρνει το γάλα τους την άνοιξη.
Το μαντρί και η καλύβα
Το μαντρί των τσοπάνηδων είναι το δεύτερο σπίτι τους. Σ' αυτό περνούν το μισό χρόνο. Γι' αυτό εκτός από τα κτίσματα για τα ζώα τους έχουν και το καλύβι που ζουν οι ίδιοι.
Το μαντρί φτιάχνεται σε μέρος που το έδαφος έχει λίγη κλίση και δεν είναι υγρό. Επίσης πρέπει να είναι σε μέρος που δεν το πιάνουν πολύ οι αέρηδες (παγκιάνεμο).
Στήνουν γύρω - γύρω, βαθιά μπηγμένα στη γη διχάλες ξύλινες (φούρκες), οι οποίες είναι στηριγμένες με ψαλίδια και από πάνω μπαίνουν τα πατερόξυλα, διάφορα ψιλά ξύλα, αλλά κυρίως μεγάλα κλαριά από πεύκο (πευκαρούδια). Η οροφή στο κέντρο του μαντριού είναι ανοιχτή, μιας και τα πευκαρούδια σκεπάζουν ελάχιστα το χώρο περιμετρικά. Στο κέντρο του μαντριού ή κάποιες φορές και σε κάποια άκρη του υπάρχει περιφραγμένος και στεγασμένος χώρος για τα αρνιά ή τα κατσίκια που το λέμε «τσάρκο» ή «μπλετς». Όλο αυτό το συγκρότημα αποτελεί το μαντρί και πρέπει να είναι τόσο μεγάλο ώστε να χωράει όλο το κοπάδι. Είσοδο έχει στο φράχτη την «αμπουριά», που είναι κι αυτή φτιαγμένη μα κλαδιά. Έξω από το μαντρί ή συνήθως μέσα σ' αυτό είναι τα» «κουρίτια» που ρίχνουν την τροφή για τα ζώα. Η καλύβα (το καλύβι) στο οποίο μένουν οι τσοπάνηδες είναι λίγο πιο πέρα από το μαντρί. Το καλύβι είναι κι αυτό φτιαγμένο από κλαριά, αλλά τις περισσότερες φορές είναι με ξερολιθιά, ενώ για σκεπή έχει κλαριά δεμένα με σύρμα που ακουμπάνε πάνω στα δοκάρια που είναι στερεωμένα από τοίχο σε τοίχο. Παράθυρο δεν υπάρχει παρά μόνο η πόρτα που κι αυτή τις περισσότερες φορές δεν κλείνει γιατί πρέπει να φεύγει ο καπνός από τη φωτιά που καίει νύχτα μέρα μέσα στο καλύβι. Ο χώρος της είναι τόσος, όσο χρειάζεται για να μπορούν να κοιμηθούν όλα τα άτομα της οικογένειας στη σειρά και να περισσεύει μια γωνιά για τη φωτιά.. Σκεύη σχεδόν δεν υπάρχουν εδώ. Είναι φυλαγμένα στο χωριό και μεταφέρονται όταν αρχίζει το πολύ γάλα ή όταν πρόκειται να μεταφερθούν στο χειμαδιό ή στα ψηλώματα την άνοιξη.
Όσοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία λέγονται τσοπάνηδες. Με το ίδιο όμως όνομα λένε και τον ψυχογιό που τυχόν έχουν για να φυλάει τα πρόβατα ή τα γίδια. Αν αυτός είναι σε πολύ νεαρή ηλικία τον λένε και τσοπανόπουλο.
Μερικοί κτηνοτρόφοι που έχουν λίγα πρόβατα ή γίδια τα δίνουν «μισακά» σε άλλους τσοπαναίους.
Αυτός που φιλοξενεί τα πρόβατα λέγεται μισακάρης και αυτός που τα έχει δώσει για φύλαξη λέγεται αφεντικό. Από τα πρόβατα ή γίδια που φιλοξενεί ο μισακάρης, πρέπει να δώσει το μισό γάλα, μαλλί, νεογέννητα αρνιά ή κατσίκια στο αφεντικό, ενώ συνυπολογίζει και κρατάει τα ανάλογα έξοδα που έχει κάνει για τη διατροφή τους.
Υπάρχει όμως και η συμφωνία με τα λεγόμενα «κεφαλιακά». Σ' αυτή την περίπτωση, ο μισακάρης δίνει στ' αφεντικό, καθορισμένες ποσότητες γάλα, τυρί, αυγά και μαλλιά κάθε χρόνο, ανάλογα με τον αριθμό καφαλιακών προβάτων ή γιδιών και στο τέλος του συμβολαίου είναι υποχρεωμένος να παραδώσει όσα κεφάλια (ζώα) είχε πάρει στην αρχή και της ίδιας περίπου ηλικίας (πρέπει δηλαδή να κρατάει μικρά για ανανέωση κατά τη διάρκεια της κολιγιάς).
Μεγάλοι τσελιγκάδες ελάχιστοι υπήρξαν στο χωριό μας, οι πιο μεγάλοι έφταναν τα 500 με 600 ζώα και μερικοί ελάχιστα παραπάνω.
Όσοι έτρεφαν γίδια λέγονταν γιδαραίοι ή γιδάρηδες και όσοι είχαν πρόβατα προβαταραίοι.
Οι μισές περίπου οικογένειες του χωριού ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και πολλοί απ' αυτούς και με τη γεωργία, αν τα ζώα που έτρεφαν ήταν λίγα και μπορούσαν να εξοικονομήσουν χρόνο.
Η ζωή τους ήταν πάρα πολύ σκληρή. Το χειμώνα οι περισσότεροι κατέβαιναν στα χειμαδιά και ζούσαν εκεί οικογενειακώς. Τα χειμαδιά που κατέφευγαν οι Στενιώτες ήταν στην Παναγίτσα, στον Βατώντα, στο Πέι, στη Ριτσώνα και στα αρβανιτοχώρια.
Όσοι δεν πήγαιναν στα χειμαδιά ξεχειμώνιαζαν κυρίως στον Πύργο (Σκουντέρι)
Η απομάκρυνση τους απ' το χωριό τους επιβάλει ζωή χωρίς καθόλου ανέσεις. Στην εποχή που τα ζώα γεννούν, τότε υποφέρουν κυριολεκτικά, γιατί δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το κοπάδι τους ακόμα και τη νύχτα. Η ζωή τους είναι λιτή, τα φαγητά τους περιορισμένα. Τα ρούχα τους χοντρά (κάπες, καπότια, πατατούκες, μάλλινα χοντρά παντελόνια και τα παπούτσια τους βαριά με πολλές πρόκες καρφωμένες στο κάτω μέρος της σόλας (προκιασμένα).
Κάθε στάνη χωρίζεται σε πολλά κομμάτια. Έτσι στα γίδια έχουμε στέρφα, γαλάρια, βιτούλια και κατσίκια, ενώ στα πρόβατα έχουμε στέρφα, γαλάρια, ζυγούρια και αρνιά. Γι' αυτό χρειάζονται πολλοί άνθρωποι για να τα «γυρίζουν». Παίρνουν μέρος σ' αυτή τη δουλειά ακόμα και τα παιδιά. Αλά και οι γυναίκες έχουν πολλές δουλειές πέρα απ' το νοικοκυριό τους. Πρέπει να καθαρίσουν το μαντρί και να φέρουν κλαρί (τρυφερούς βλαστούς) για τροφή του κοπαδιού το βράδυ.
Λιβάδια στην περιοχή του χωριού δεν υπάρχουν. Τέλος Απριλίου με αρχές Μαΐου που έρχονται τα πρόβατα από τα χειμαδιά ανεβαίνουν στο βουνό, στις Αλαταρές και στην ευρύτερη περιοχή τους (λειρί, λιβαδάκια κ.λ.π).. Όταν μαζεύουν το βίκο και τη φάβα κατεβαίνουν κάποιοι στα θερισμένα χωράφια και μετά από καμιά εικοσαριά μέρες που θερίζουν και το σιτάρι και αργότερα τα ρεβίθια τα ζώα βοσκούν ελεύθερα στις καλαμιές.
Σε μερικά σημεία όμως «αμποδάνε» (απαγορεύουν τη βοσκή) σε άσπαρτες περιοχές, οπότε πρέπει να τα νοικιάσει ο τσοπάνης, δίνοντας στον ιδιοκτήτη του χωραφιού σαν ενοίκιο, χρήματα ή συνήθως τυρί ή μαλλί.
Η περιοχή που απαγορευόταν η ελεύθερη βοσκή στη Στενή ήταν στην περιοχή του Πύργου (Παλιοχώρι), από το ποτάμι μέχρι Βαθερή, Μπαχούνες κλ.π. Τροφή για τα ζώα τους, εκτός απ' τη βοσκή, προμηθεύονται βαμβακόπιτα και καλαμπόκι απ' το εμπόριο και μερικοί από το γαλατά τους, που τους δίνει με πίστωση και παίρνει το γάλα τους την άνοιξη.
Το μαντρί και η καλύβα
Το μαντρί των τσοπάνηδων είναι το δεύτερο σπίτι τους. Σ' αυτό περνούν το μισό χρόνο. Γι' αυτό εκτός από τα κτίσματα για τα ζώα τους έχουν και το καλύβι που ζουν οι ίδιοι.
Το μαντρί φτιάχνεται σε μέρος που το έδαφος έχει λίγη κλίση και δεν είναι υγρό. Επίσης πρέπει να είναι σε μέρος που δεν το πιάνουν πολύ οι αέρηδες (παγκιάνεμο).
Στήνουν γύρω - γύρω, βαθιά μπηγμένα στη γη διχάλες ξύλινες (φούρκες), οι οποίες είναι στηριγμένες με ψαλίδια και από πάνω μπαίνουν τα πατερόξυλα, διάφορα ψιλά ξύλα, αλλά κυρίως μεγάλα κλαριά από πεύκο (πευκαρούδια). Η οροφή στο κέντρο του μαντριού είναι ανοιχτή, μιας και τα πευκαρούδια σκεπάζουν ελάχιστα το χώρο περιμετρικά. Στο κέντρο του μαντριού ή κάποιες φορές και σε κάποια άκρη του υπάρχει περιφραγμένος και στεγασμένος χώρος για τα αρνιά ή τα κατσίκια που το λέμε «τσάρκο» ή «μπλετς». Όλο αυτό το συγκρότημα αποτελεί το μαντρί και πρέπει να είναι τόσο μεγάλο ώστε να χωράει όλο το κοπάδι. Είσοδο έχει στο φράχτη την «αμπουριά», που είναι κι αυτή φτιαγμένη μα κλαδιά. Έξω από το μαντρί ή συνήθως μέσα σ' αυτό είναι τα» «κουρίτια» που ρίχνουν την τροφή για τα ζώα. Η καλύβα (το καλύβι) στο οποίο μένουν οι τσοπάνηδες είναι λίγο πιο πέρα από το μαντρί. Το καλύβι είναι κι αυτό φτιαγμένο από κλαριά, αλλά τις περισσότερες φορές είναι με ξερολιθιά, ενώ για σκεπή έχει κλαριά δεμένα με σύρμα που ακουμπάνε πάνω στα δοκάρια που είναι στερεωμένα από τοίχο σε τοίχο. Παράθυρο δεν υπάρχει παρά μόνο η πόρτα που κι αυτή τις περισσότερες φορές δεν κλείνει γιατί πρέπει να φεύγει ο καπνός από τη φωτιά που καίει νύχτα μέρα μέσα στο καλύβι. Ο χώρος της είναι τόσος, όσο χρειάζεται για να μπορούν να κοιμηθούν όλα τα άτομα της οικογένειας στη σειρά και να περισσεύει μια γωνιά για τη φωτιά.. Σκεύη σχεδόν δεν υπάρχουν εδώ. Είναι φυλαγμένα στο χωριό και μεταφέρονται όταν αρχίζει το πολύ γάλα ή όταν πρόκειται να μεταφερθούν στο χειμαδιό ή στα ψηλώματα την άνοιξη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)